Αγαπητοί φίλοι, αξιότιμοι προσκεκλημένοι,

Είναι μεγάλη η χαρά μου που βρίσκομαι στο βήμα του συνεδρίου σας και αυτή τη χρονιά. Φέτος δεν υπάρχουν οι αβεβαιότητες της περασμένης χρονιάς σε σχέση με τη σταθερότητα της χώρας και τη συμμετοχή της στο ευρωπαϊκό εγχείρημα.

Δυστυχώς η αβεβαιότητα για την ένωση υπάρχει στην άλλη άκρη της Ηπείρου. Είμαστε εδώ ένα 24ωρο πριν το δημοψήφισμα στη Βρετανία.

Είναι από μόνο του αρνητικό το γεγονός ότι μια χώρα και μάλιστα αυτού του μεγέθους πάει στις κάλπες με αυτό το ερώτημα. Θα είναι εξαιρετικά αρνητικό αν ο λαός στη Βρετανία αποφασίσει για την αποχώρηση της χώρας από την ΕΕ.

Και είναι τουλάχιστον αφελείς όσοι προσπαθούν να τιμολογήσουν σε ευρώ το κόστος από μια ενδεχόμενη αποχώρηση της Βρετανίας. Διότι το κόστος θα είναι τεράστιο και θα είναι πολιτικό.

Όπως αφελείς είναι και όσοι πέρυσι τέτοιο καιρό έπαιζαν με τη φωτιά, προκρίνοντας το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από το κοινό νόμισμα.

Είναι σε κάθε περίπτωση ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς τους ίδιους ανθρώπους που απειλούσαν με αποχώρηση μιας χώρας από το κοινό νόμισμα να παρακαλούν να μην αποχωρήσει μια χώρα η οποία δεν είναι καν στο κοινό νόμισμα.

Φίλες και φίλοι, κυρίες και κύριοι,

Είμαστε λοιπόν σε μια περίοδο όπου η Ελλάδα ξεπροβάλλει ως λύση για την Ευρώπη και όχι ως πρόβλημα.

Η συμφωνία με τους εταίρους μας έχει οριστικοποιηθεί, υλοποιείται, και η Ελληνική οικονομία πάει καλύτερα απ’ ότι περίμεναν πάρα πολλοί.

Και θα μπορούσαν να είναι ακόμα καλύτερα τα πράγματα εάν διαφωνίες μεταξύ των θεσμών δεν είχαν καθυστερήσει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

Εμείς δε θα μιλήσουμε για successstoryόπως γινόταν πριν ενώ είχαν υπογραφεί συμφωνίες ανέφικτων πλεονασμάτων.

Λέμε όμως ότι μαζί με την αυταπόδεικτη πολιτική σταθερότητα σταθεροποιείται και η οικονομία.

Έχει όλες τις δυνατότητες, να περάσει στους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

  • Ο στόχος για το πλεόνασμα έχει υπερκαλυφθεί κατά 1% του ΑΕΠ.
  • Μέσα στο 2016 δημιουργήθηκαν 200.000 θέσεις εργασίας.
  • Η ανεργία κινείται διαρκώς πτωτικά
  • Ο Τουρισμός πάει για καινούριο ρεκόρ αφίξεων
  • Μεγάλα έργα υποδομής που είχαν παγώσει την τελευταία 5ετία ξεκίνησαν εκ νέου.
  • Η χώρα ήταν πρώτη στη λίστα των χωρών της ΕΕ, στην απορροφητικότητα ευρωπαϊκών κονδυλίων και είναι πρώτη στην προετοιμασία για το ΕΣΠΑ της επόμενης περιόδου.
  • Ψηφίστηκαν μεταρρυθμίσεις που κάνουν το φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα πιο δίκαιο και διαφανές με προστασία των χαμηλών εισοδημάτων.
  • Ψηφίστηκε η μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα η οποία δυστυχώς δεν στηρίχτηκε από την αξιωματική αντιπολίτευση.
  • Ψηφίστηκε ο νέος αναπτυξιακός νόμος

Και προωθούμε μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα και την αποδοτικότητα της οικονομίας αλλά και την αποτελεσματικότητα στη συλλογή φόρων.

Όπως η απλοποίηση της διαδικασίας αδειοδότησης επιχειρήσεων και ο νόμος για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές.

            Και βέβαια άνοιξε και θα ολοκληρωθεί η συζήτηση για την αναδιάρθρωση του χρέους πράγμα που μπορεί, εάν γίνει γρήγορα και αξιόπιστα να πείσει και τους εγχώριους καταναλωτές και τους διεθνείς επενδυτές ότι η Ελλάδα είναι για τα καλά σε μία νέα φάση και οι υποχρεώσεις τις δε θα υπονομεύσουν την αναπτυξιακή της προσπάθεια.

Η Ελλάδα λοιπόν μπορεί πρωταγωνιστήσει. Να γίνει τα επόμενα χρόνια ένας κόμβος εμπορίου και μεταφορών στην ανατολική μεσόγειο, κρίσιμος για όλο τον κόσμο. Με αξιόπιστα και ισχυρά δίκτυα στις μεταφορές και στις επικοινωνίες, με αξιόπιστη και λειτουργική δημόσια διοίκηση, με διαφανές πολιτικό σύστημα και δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου.

Φϊλες και φίλοι, κυρίες και κύριοι,

Σας είναι γνωστό ότι πολλοί πίστευαν ότι δε θα τα καταφέρουμε. Ότι θα αποσταθεροποιηθεί εκ νέου η κυβέρνηση και η οικονομία.

Διαψεύστηκαν. Και το ερώτημα είναι γιατί;

Που μπορεί κανείς να αποδώσει το ότι η Ελλάδα σταθεροποιείται και ανακάμπτει;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι απαραίτητη για την πορεία προς το μέλλον. Θα παραθέσω λοιπόν λόγους για τους οποίους εμείς πιστεύουμε ότι αυτό συμβαίνει.

Πρώτον στην αποφασιστικότητα μας για την προώθηση μεταρρυθμίσεων ακόμα και αν αυτές δεν είναι ευχάριστες για επαγγελματικές ομάδες οι οποίες είχαν συνηθίσει σε ευνοϊκότερες ρυθμίσεις από το σύνολο. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το ασφαλιστικό το οποίο δεν διευκολύνει ανθρώπους που ανήκουν σε υψηλά εισοδήματα και συγκεκριμένες επαγγελματικές κατηγορίες. Ένα άλλο είναι το άνοιγμα της τηλεοπτικής αγοράς, και η νόμιμη αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών, που ξεβολεύει κατεστημένα συμφέροντα θεσπίζοντας για πρώτη φορά κανόνες διαφάνειας.

Δεύτερον στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που μειώνουν τις κομματικές εξαρτήσεις στο δημόσιο, προκρίνουν την αξιοκρατία και τη διαφάνεια μειώνουν τη γραφειοκρατία. Στέλνουν ένα μήνυμα στο λαό ότι το κράτος δεν είναι λάφυρο στα χέρια του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος.

Τρίτον στη δικαιοσύνη. Διότι, η αποδοχή μιας πολιτικής από τον κόσμο είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη βιωσιμότητά της. Και η αποδοχή, έχει αποδειχτεί ότι δε μπορεί να στηρίζεται εσαεί στον τρόμο ενός χειρότερου ενδεχόμενου.

Η αποδοχή μπορεί να διατηρηθεί εάν η εφαρμοζόμενη πολιτική μεριμνά για τη δημιουργία απασχόλησης αλλά και την προστασία των αδύναμων. Για αυτό και η κυβέρνηση μας επέμεινε στο να προστατευθεί η πρώτη κατοικία για τα χαμηλά εισοδήματα.

Στο να μην υπάρξουν περικοπές στις καταβαλλόμενες συντάξεις.

Στο να έχουν πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη οι ανασφάλιστοι συμπολίτες μας.

Στο να συνεχίσει να εφαρμόζεται το πρόγραμμα για την ανθρωπιστική κρίση.

Στο να μην υπάρξουν άλλες απολύσεις στο δημόσιο και μειώσεις μισθών.

Για αυτό και θα επιμείνει στην επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και στη μη απελευθέρωση των απολύσεων. Διότι μέσα στην πορεία της κρίσης αποδείχθηκε ότι ούτε η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας ούτε η ραγδαία μείωση του εργασιακού κόστους συμβάλλουν στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας ή πολύ περισσότερο της παραγωγικότητας.

Όλες οι παραπάνω ρυθμίσεις είναι πυλώνες μιας δίκαιης ανάπτυξης στην οποία επιθυμούμε να μπούμε ως κοινωνία. Μιας ανάπτυξης όπου μέσα από τους παραπάνω αλλά και άλλους μηχανισμούς, οι καρποί της δεν θα είναι προνόμιο μιας ελάχιστης μειοψηφίας.

Δεν πρέπει να αφήσουμε την Ελλάδα, τις κοινωνίες μας, να πληρώσουν αυτό που ο Stiglitz θα έλεγε «τίμημα της ανισότητας».

Τέταρτον δημοκρατία. Αυτή η κυβέρνηση είναι η πρώτη κυβέρνηση η οποία σχηματίστηκε μετά το κλείσιμο της συμφωνίας με τους εταίρους. Είναι η πρώτη κυβέρνηση που δεν παραβίασε τη λαϊκή εντολή. Ο λαός γνώριζε το τι καταφέραμε και του ζητήσαμε να το κρίνει και να αποφασίσει για το μέλλον. Δυστυχώς δεν ήταν αυτή η πρακτική στο παρελθόν.

Θα πρέπει επίσης κανείς να αποδώσει τη σταθεροποίηση και σε ένα κρίσιμο γεγονός το οποίο δεν αφορά αποκλειστικά την Ελληνική κυβέρνηση αλλά ένα σημείο της συμφωνίας στο οποίο φτάσαμε με τους εταίρους.

Αναφέρομαι βεβαίως στην εκλογίκευση, μερική βεβαίως και όχι συνολική, των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Τα πλεονάσματα που είχαν συμφωνηθεί στο πλαίσιο του προηγούμενου προγράμματος ήταν ανέφικτα. Το παραδέχονται και τα στελέχη της προηγούμενης κυβέρνησης. Αυτό είναι θετικό. Διότι αυτοί οι στόχοι του 4,5% ήταν από μόνοι τους ικανοί για να υπονομεύσουν και να ακυρώσουν οποιαδήποτε πιθανότητα για σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας. Καλωσορίζουμε το γεγονός ότι τώρα όλοι συζητούν για το ύψος των πλεονασμάτων.

Τα οποία θα πρέπει να διαμορφωθούν στο 1,5% με 2% για την περίοδο μετά το 2018.

Και επιτρέψτε εδώ να πω, ότι το περυσινό δημοψήφισμα, και το αποτέλεσμά του ήταν τα γεγονότα που απάλλαξαν τη χώρα από τη δέσμευση των μεγάλων πλεονασμάτων και κυρίως από την αβεβαιότητα για την κάλυψη των δανειακών αναγκών της χώρας.

Εκτός των άλλων, συνέβαλλε αποφασιστικά ώστε να καταλάβουν πολλοί εκτός Ελλάδας ότι δεν είναι αυτός ο τρόπος για να επιστρέψει μια χώρα στη δίκαιη ανάπτυξη.

Φίλες και φίλοι

Η Ελλάδα είναι μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας και του κοινού νομίσματος. Και η χρηστή διαχείριση στην Ελλάδα δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει τη σταθεροποίηση και την ανάπτυξη. Φανταζόμαστε όλοι ότι εάν μια μεγάλη χώρα της Ένωσης περάσει ότι και η Ελλάδα ως αποτέλεσμα λανθασμένων επιλογών για την κρίση αυτό θα επηρεάσει και εμάς και όλους.

Η εάν η Ευρώπη δε βγάλει τα χρήσιμα και απαραίτητα συμπεράσματα επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος.

Ένα πρώτο συμπέρασμα πρέπει να είναι ότι τα δύο προηγούμενα προγράμματα ήταν η επιτομή της οικονομικής και πολιτικής αποτυχίας.

Επίσης ότι, τα χρέη τα οποία μετατράπηκαν σε δημόσια μέσω των πολιτικών επιλογών δεν μπορεί να αποπληρωθούν με τεράστια πλεονάσματα τα οποία θα καταδικάσουν την Ήπειρο και κάθε χώρα ξεεχωριστά στην ύφεση. Για αυτό και θα πρέπει να αρχίσει μια γενναία συζήτηση για μια ευρωπαϊκή λύση στο ζήτημα των δημόσιων χρεών. Έτσι ώστε, η επίλυση του προβλήματος του χρέους να γίνει εφαλτήριο για την ανάπτυξη όχι προπομπός νέας ύφεσης.

Και πρέπει να σας πω ότι η Ελληνική κυβέρνηση δε θα πολιτευτεί όπως άλλες συντηρητικές κυβερνήσεις που ήταν σε πρόγραμμα και απαιτούσαν για την Ελλάδα αντίστοιχο, ανάλογο ή και δυσανάλογο τρόπο τιμωρίας της Ελλάδας για να μην εκτεθούν στα δικά τους ακροατήρια.

Η Ελλάδα θα πρωταγωνιστήσει έτσι ώστε να μην υποστεί άλλη χώρα στην Ευρώπη τις δυσμενείς συνέπειες τετοιων ακραίων πολιτικών.

Θα πρέπει επίσης να συμπεράνουμε όλοι μαζί ότι το μέλλον της ένωσης δεν είναι υπόθεση τεχνοκρατών. Δεν δικαιούνται να το κάνουν αυτό οι πολιτικές ηγεσίες, ούτε να απέχουν από τις ευθύνες τους.

Ούτε βέβαια να προκρίνουν τρόπους λειτουργίας που φουντώνουν τη αδιαφάνεια, πνίγουν την πολιτική συζήτηση και αυξάνουν κατακόρυφα τη δυσπιστία των ευρωπαίων πολιτών.

Αντίθετα, επιλογές όπως η συμμετοχή του ευρωκοινοβουλίου στην αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος και η εκλογή προέδρου της Κομισιόν με βάση τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών είναι στη σωστή κατεύθυνση.

Φίλες και φίλοι,

Υπάρχουν και άλλες ιδέες οι οποίες κυριάρχησαν στην Ευρώπη και αποδείχτηκαν ανεπαρκείς.

Κορυφαία αυτών των ιδεών είναι η ιδέα ότι εάν κάθε χώρα «καθαρίζει την αυλή της», η κοινότητα θα είναι καθαρή, ήρεμη και καθόλου ταραγμένη.

Αυτή είναι μια ιδέα που έδειξε ότι δεν λειτουργεί.

Δε λειτούργησε ως εργαλείο αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης. Δε μπορεί να και δε πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο, ως φιλοσοφία για την επίλυση του και του προσφυγικού προβλήματος.

Θα έλεγα δε σε όποιον εξακολουθεί να την ασπάζεται, ότι πρέπει να αναλογιστεί για το εάν αυτή η προσέγγιση έχει τροφοδοτήσει εκ νέου το κύμα απομονωτισμού και εθνικισμού μέσα στην Ένωση. Όταν για τα συλλογικά προβλήματα και της κοινές αδυναμίες κατηγορούνται έθνη, κράτη λαοί κανείς πρέπει να είναι έτοιμος για πολιτικές συνέπειες όπως αυτές που αντιμετωπίζουμε στη Γαλλία, στη Βρετανία αλλά και σε χώρες τις ανατολικής Ευρώπης.

Φίλες και φίλοι,

Η Ελλάδα δεν είναι πλέον επιδέξιος ακροβάτης όπως εύστοχα ρωτά ο τίτλος της εκδήλωσης, όπως ήταν τον περασμένο χρόνο.

Όταν έπρεπε να ισορροπήσει ανάμεσα στις ανέφικτες υποσχέσεις προηγούμενων προγραμμάτων και ανάλογες απαιτήσεις εταίρων από τη μία και την ανάγκη για σταθεροποίηση από την άλλη.

Είναι ειλικρινής και αξιόπιστος εταίρος.

Είναι χώρα που έχει συμβάλλει στην Ενότητα της Ευρώπης.

Χώρα που συμμετέχει δυναμικά στη συζήτηση για το μέλλον της ένωσης.

Και η Ένωση πρέπει γρήγορα να εμβαθύνει τη δημοκρατία και την οικονομική ολοκλήρωση. Και επειδή έχει και θεσμικό και οικονομικό εκτόπισμα, μένει να αποδείξει ότι έχει πλέον και την πολιτική πείρα και δυνατότητα να προχωρήσει με τρόπο που θα προστατεύει τους λαούς της από κρίσεις όπως αυτή της Ελλάδας.

Η Ελλάδα λοιπόν σταμάτησε να είναι επιδέξιος ακροβάτης και η Ενωμένη Ευρώπη διδαγμένη από την κρίση της στη Ελλάδα, μπορεί να βγάλει συμπεράσματα ώστε να πάψει γρήγορα να είναι ταραγμένη, να γίνει περιεκτική να ξαναγίνει μια υπόθεση την οποία οι λαοί της πιστεύουν, μια επιλογή που θα τους οδηγήσει στους δρόμους της ανάπτυξης και της ευημερίας.